μπαινοβγαίνω


μπαινοβγαίνω
[бэновгено] р. сновать взад и вперед,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μπαινοβγαίνω" в других словарях:

  • μπαινοβγαίνω — και μπαιζοβγαίνω (Μ μπαινοβγαίνω και ἐμπαινοβγαίνω) 1. μπαίνω και βγαίνω κάπου πολύ συχνά («εμπαινοβγαίναν οι γιατροί κι όλοι τόν εφοβούνταν», Ερωτόκρ.) 2. επισκέπτομαι κάποιον ή κάτι πολύ συχνά, συχνάζω («τόν είδα πολλές φορές να μπαινοβγαίνει… …   Dictionary of Greek

  • μπαινοβγαίνω — μπαινοβγήκα, μπαίνω κάπου και βγαίνω, πηγαίνω συχνά σε κάποιο χώρο: Μπαινόβγαινε συνέχεια στα νοσοκομεία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Compound verb — In linguistics, a compound verb or complex predicate is a multi word compound that acts as a single verb. One component of the compound is a light verb or vector, which carries any inflections, indicating tense, mood, or aspect, but provides only …   Wikipedia

  • Dvandva — A dvandva (Sanskrit द्वन्द्व dvandva pair ) or twin or Siamese compound refers to one or more objects that could be connected in sense by the conjunction and , where the objects refer to the parts of an agglomeration described by the compound.… …   Wikipedia

  • επιστρωφώ — ἐπιστρωφῶ, άω (Α) 1. επισκέπτομαι, συχνάζω σε έναν τόπο («θεοί... ἐπιστρωφῶσι πόληας», Ομ. Ιλ.) 2. συχνάζω κάπου, μπαινοβγαίνω («δῶμ’ ἐπιστρωφωμένου», Αισχύλ.) 3. έρχομαι κάπου («πόθεν γῆς τῆσδ’ ἐπιστρωφᾷ πέδον;», Ευρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί +… …   Dictionary of Greek

  • μπαινόβγαλμα — το [μπανοβγαίνω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού μπαινοβγαίνω, επανειλημμένη είσοδος και έξοδος …   Dictionary of Greek